Δευτέρα, Αυγούστου 25, 2008

Η Γέννα (13ο Μέρος - και τυχερό!!!)

ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΑ!!! ΤΟ ΤΕΛΕΙΩΣΑ!!! ΧΑ, ΧΑ, ΧΑΑΑΑΑΑ... Α-ΠΙ-ΣΤΕ-ΥΤΟ!!!

Ειλικρινά, είχα χάσει κάθε ελπίδα! Έλεγα, πάει. Αυτό θα γράφω για την υπόλοιπη ζωή μου! Κι όμως, βρήκα το σθένος και την ψυχική δύναμη και είπα "ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!". "ΩΣ ΕΔΩ!"

Τα συγχαρητήρια μου σε όσους δεν έχουν ιδέα για τι πράγμα μιλάω: Γλιτώσατε πολλά. Με την απουσία σας, θα καταφέρετε να γλυτώσετε ακόμα περισσότερα :) Εάν πάντως επιμένετε, μπορείτε να ξεκινήσετε την ανάγνωση από εδώ.

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να γεννήσει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Μαζί μας η θεία της Χριστίνας που έχει αλτσχάϊμερ, ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού, η Δήμητρα, η νονά με τον Χανς, τον γκόμενο από τη Δανία, έχουμε πλέον επιστρέψει από το νοσοκομείο και περνάμε την πρώτη ημέρα στο σπίτι...

------------------------------------------------------------------------------

Έφυγα βιαστικά απ’ το μπαλκόνι αφήνοντας πίσω μου τη θεία και τον Χανς και πήγα προς την τουαλέτα. Εκεί βρήκα την Μαίρη, την Δήμητρα, τον Τόμπι που πηδούσε το πόδι της Δήμητρας, τον Βασίλη και την Χριστίνα. Είχαν ακουμπήσει το μωρό επάνω σε μια πετσέτα στο μάρμαρο και ο Βασίλης προσπαθούσε να του βγάλει την πάνα. Η μπέμπα από την άλλη μεριά, είχε σφίξει τα χεράκια της, κλώτσαγε με μανία τον αέρα, είχε κοκκινίσει ολόκληρη και φώναζε με όλη της τη δύναμη:
«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»

«Μαίρη;» ψιθύρισα στη γυναίκα μου
«Έλα;» ψιθύρισε η Μαίρη
«Πρέπει να φεύγουμε, ε; Έπεσε ο ήλιος! Έχουμε ταξίδι να κάνουμε...»
«Ναι, ναι!» ψιθύρισε η Μαίρη. «Περίμενε λίγο! Τώρα αλλάζουμε το μωρό» εξήγησε και γύρισε και ξανακοίταξε την μπέμπα που είχε πλαντάξει στο κλάμα.

Εκείνη την ώρα ο Βασίλης κατάφερε να βγάλει την πάνα. Μια μπόχα ξεπήδησε απ’ το πανί και μας χτύπησε μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
«Αέρα!» είπε η Χριστίνα
«Καλέ τι κάνετε εδώ;» ακούστηκε μια φωνή πίσω μου. Γύρισα και είδα τη θεία.
«ΑΕΡΑ!» ξαναείπε η Χριστίνα
«Αέρα;» είπε η θεία απορημένα.
«Ψυχραιμία!» είπε ο Βασίλης.
«Αέρα ή ψυχραιμία;» είπε η θεία.
Γύρισα και κοίταξα τον Βασίλη. Κρατούσε την πάνα με τον δείκτη και τον αντίχειρα, με το χέρι του τεντωμένο όσο πιο μακριά γινόταν από το σώμα του. «Παρ’ το!» είπε στη Χριστίνα.
«Γιατί εγώ;;;» διαμαρτυρήθηκε η Χριστίνα.
«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» είπε η μπέμπα
«Κάτω Τόμπι! Κάτω!» είπε η Δήμητρα
«ΠΡΟΣΟΧΗ!» φώναξε η Μαίρη. «Η μικρή κατουράει!»

Αλλά ήταν πολύ αργά. Η μπέμπα είχε κατουρήσει ακριβώς επάνω στον Βασίλη ο οποίος τώρα εκτός από την χεσμένη πάνα είχε να αντιμετωπίσει και ένα κατουρημένο μπλουζάκι καθώς επίσης και μια μικρή λιμνούλα στα πόδια του.
«Ευτυχώς που κατούρησε πριν της βάλουμε την άλλη πάνα!» είπε η Χριστίνα
«Ευτυχώς!» είπε και ο Βασίλης εμφανώς εκνευρισμένος
«Δόξα τω Θεώ!» ακούστηκε από πίσω και η θεία.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» είπε η μπέμπα.
«Ρε παιδιά, ας κάνει κάποιος κάτι!» είπε η Μαίρη. «Το μωρό έχει λυσσάξει απ’ το κλάμα!»
«Αμέσως!» είπε η θεία και έφυγε γρήγορα.
«Δώσε σ’ εμένα την πάνα και πήγαινε εσύ ν’ αλλάξεις» είπε η Χριστίνα στον Βασίλη και ανέλαβε αμέσως δράση. Σκούπισε το μωρό, του έβαλε οινόπνευμα στον αφαλό, του έβαλε αλοιφή ανάμεσα στα πόδια και μετά του φόρεσε την πάνα και το φάσκιωσε. Είχαμε όλοι μας εντυπωσιαστεί από την αναπάντεχη αποτελεσματικότητα της, όταν ξαφνικά ακούσαμε μια φωνή από πίσω μας: «Ανοίξτε, Ανοίξτε!». Ένοιωσα τη θεία να μας σπρώχνει για να περάσει. Γυρίσαμε όλοι και της κάναμε χώρο καθώς εκείνη πέρασε την πόρτα με φόρα και ακούμπησε έναν γλόμπο δίπλα στο μωρό. «Εξήντα βάτ!» είπε. «Κάνει;»

Πήρα τη Μαίρη παραμάσχαλα και την τράβηξα προς τα έξω.
«Πάμε μωρό μου!» της είπα. «Πάμε! Δεν βλέπεις; Σε λίγο θα πέσει και το ταβάνι εδώ μέσα!»
«ΟΚ! ΟΚ!» μου είπε και πήγε να ετοιμάσει τα πράγματα της. Βγήκα έξω στο μπαλκόνι για να χαιρετήσω τον Χανς. Ήταν πολύ σκοτεινά.

«Γουάτ χάπεντ χίαρ;» του είπα
«Αϊ ντοντ νόου!» μου είπε. «Δι άντ τουκ δε λαμπ!»
«ΟΚ, ΟΚ!» του είπα. «Γουί αρ γκόουινγ νάου! Νάϊς του μιτ γιου»
«Μι του!» είπε ο Χανς και μπήκα πάλι μέσα στο σπίτι.

Η Μαίρη είχε ήδη βγάλει την βαλίτσα μας στον διάδρομο. Πήγα στο δωμάτιο για να αποχαιρετήσω την Χριστίνα. Ήταν εκεί, καθισμένη στο κρεβάτι, ιδρωμένη, αναμαλλιασμένη, με το μωρό αγκαλιά και το βύζαινε. Κάτω, στο πάτωμα, ο Τόμπι πήδαγε το πόδι της.
«Χριστίνα φεύγουμε!» της είπα. «Με γεια το μωρό!». Σήκωσε το κεφάλι της και μου έριξε ένα απελπισμένο βλέμμα.
«Στο καλό!» μου είπε. «Ευχαριστώ πολύ!»
Πλησίασα, της έδωσα ένα φιλί και βγήκα πάλι στο διάδρομο, όπου πέτυχα τον Βασίλη και την Δήμητρα.

«Γεια σας παιδιά!» είπα. «Βασίλη, τα λέμε σε καμιά εικοσαριά χρόνια που θα ξελασκάρεις...»
«Γειά!» μου είπαν και οι δύο και με φίλησαν. Βούτηξα τις βαλίτσες, πήγα προς την εξώπορτα, την άνοιξα και... έπεσα επάνω σε έναν παππού με μπορντό ρόμπα και αναμαλλιασμένο κεφάλι. Φορούσε κίτρινες παντούφλες με λευκές κάλτσες ενώ μέσα από την ρόμπα διακρίνονταν μια πορτοκαλί ριγέ πιτζάμα. Το χέρι του ήταν ακόμα μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας. Τον κοίταξα με απορία
«Τα μωρά σας κάνουν φασαρία!» ξεκίνησε την επίθεση του ο παππούς που μιας που βρέθηκε με το δάχτυλο του ήδη τεντωμένο, άρχισε να μου το κουνάει μπροστά στη μύτη μου.
«Ποια μωρά;» είπα. «Ένα είναι!»
«Δύο είναι!» είπε ο παππούς αγανακτισμένος. «Ένα στο δωμάτιο και ένα στο μπαλκόνι!»
«Α!» είπα εγώ. «Εννοείτε το Γουόκι Τόκι...»
«Τι όνομα είναι αυτό!!!» είπε ο παππούς και γούρλωσε τα μάτια του.
«Αμερικάνικο» είπα την αλήθεια
«Αμερικάνικο!!!» είπε ο παππούς με μια έκφραση περιφρόνησης. «Αποκλείεται να σας επιτρέψουν να το ονομάσετε έτσι!» κατέληξε
«Δεν το ονομάσαμε εμείς!» του είπα. «Έτσι το αγοράσαμε»
«ΟΡΙΣΤΕ;;;» είπε ο παππούς
«Μισό λεπτό!» είπα εγώ και μπήκα πάλι μέσα στο σπίτι

«Ποιος είναι αυτός;» είπε η Μαίρη
«Προξενιό» της είπα εγώ και πήγα προς το σαλόνι.
«ΘΕΙΑ!» φώναξα την θεία που καθόταν εκεί. «Για ελάτε λίγο!»
Η θεία εμφανίστηκε στον διάδρομο.
«Να σας συστήσω τον κύριο!» της είπα και έδειξα τον παππού. «Είναι γείτονας» και γύρισα προς την μεριά του παππού.
«Από εδώ η θεία της Χριστίνας!» του είπα. «Παρακαλώ, εξηγήστε της το πρόβλημα σας...»
Και με αυτά τα λόγια, σήκωσα τις βαλίτσες, έκανα νόημα στην Μαίρη, περάσαμε από δίπλα τους και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τις σκάλες.

«Ήρθα να κάνω παρατήρηση για το μωρό!» άκουσα τον παππού να λεει πίσω μου.
«Μωρό;» είπε η θεία. «Ποιο μωρό;;;»

ΤΕΤΕΛΕΣΘΑΙ!!!


Θανάσημος




ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους επέμειναν να διαβάζουν παρ' ότι βλέπανε ότι... πάει μακριά η βαλίτσα. Εύχομαι η πορεία να αντάμειψε την επιμονή σας!

Ένα μεγάλο ευχαριστώ και σε όλους όσους ανακάλυψαν την ιστορία στην μέση και αντί να το βάλουν στα πόδια, μπήκαν στον κόπο να την διαβάσουν απ' την αρχή.

Τέλος, ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους βαθμολογήσανε τις αναρτήσεις με τα αστεράκια, θετικά ή αρνητικά. Παρακαλώ, συνεχίστε να βαθμολογείτε όπως νιώθετε, χωρίς ντροπή! Γι' αυτό τα έβαλα!

Θα με ενδιέφερε ιδιαίτερα να ακούσω εδώ τα σχόλια σας για ό,τι καλό, κακό ή ουδέτερο έχετε να πείτε γι' αυτή την ιστορία, τώρα που τελείωσε. Κάντε κριτική κατά βούληση!

Χαιρετώ!

Θανάσημος

ΑΝΑΝΕΩΣΗ: Τελικά... ποτέ μην λες ποτέ... Η ιστορία συνεχίστηκε και ήταν πολύ καλή για να μην την καταγράψω... Κι έτσι λοιπόν μετά την Γέννα, μας προέκυψε... Η Πεθερά...

Παρασκευή, Αυγούστου 22, 2008

Η Γέννα (12ο Μέρος)

Ε λοιπόν, η ιστορία δεν τελειώνει σήμερα! Τι να πω;;; Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι πραγματικά κάνω ότι μπορώ!!! Θα ξαναπροσπαθήσω τη Δευτέρα!!!

Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, παρακαλώ ξεκινήστε την ανάγνωση από εδώ. Εάν βαριέστε, διαβάστε την...

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Η Χριστίνα γεννάει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Εν τω μεταξύ, σκάει μύτη και η νονά με τον Χανς, τον γκόμενο από τη Δανία και όλοι μαζί, φεύγουμε απ' το νοσοκομείο και επιστρέφουμε στο σπίτι για την πρώτη βραδιά...

------------------------------------------------------------------

Τα παλιά τα χρόνια, οι μανάδες βάζανε τα μωρά στην κούνια τους και μετά πηγαίνανε να κάνουνε τις δουλειές τους. Που και που, πετάγονταν στο δωμάτιο και κοιτάγανε και το μωρό. Εάν έκλαιγε, του αλλάζανε πάνα. Εάν δεν έκλαιγε, δεν του αλλάζανε πάνα.

Ουδέποτε πέρασε από το μυαλό των μανάδων εκείνης της εποχής ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα σε αυτή τη διαδικασία. Μέχρι που ήρθε η πρόοδος και το έλυσε. Τώρα πια, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας! Υπάρχει το γουόκι τόκι.

Το γουόκι τόκι είναι ένα σύστημα ασύρματης επικοινωνίας. Βάζεις ένα τόκι στο δωμάτιο του μωρού, και ένα γουόκι στο δωμάτιο που βρίσκεσαι εσύ. Μετά κάθεσαι και αφού εξηγείς σε όλους τι καλή εφεύρεση είναι αυτή που σου επιτρέπει να είσαι με τους φίλους σου και να κάνεις ό,τι θες χωρίς να ανησυχείς εάν ενοχλείς το μωρό αφού δεν μπορεί να σε ακούσει, μετά ζητάς από όλους να μην μιλάνε για να ακούς από το γουόκι εάν το μωρό κάνει κάποιο θόρυβο. Εάν ακούσεις κάτι, σηκώνεσαι πανικόβλητος, σκουντουφλάς επάνω στους διπλανούς σου και φεύγεις τρέχοντας για το δωμάτιο. Η διαδικασία ολοκληρώνεται όταν γυρίζεις πίσω μετά από ένα λεπτό και λες: «Α, μπα. Δεν ήταν τίποτα... Έβηξε...»

Καθόμασταν λοιπόν όλοι μαζί στο μπαλκόνι της Χριστίνας και δεν βγάζαμε κιχ. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ακουγόταν κι ένας μικρός θόρυβος από το γουόκι και η Χριστίνα με τον Βασίλη κάνανε τα σπριντ τους. Η όλη διαδικασία είχε συγκινήσει πάρα πολύ και τον Τόμπι ο οποίος έτρεχε μαζί τους, από το μπαλκόνι στο δωμάτιο και πίσω στο μπαλκόνι. Όταν η Χριστίνα με τον Βασίλη επιστρέφανε για να κάτσουν μαζί μας, τότε ο Τόμπι καθόταν στο πάτωμα και κοιτούσε μαγεμένος το γουόκι που με τα κόκκινα φωτάκια του που αναβοσβήνανε και τους περίεργους ήχους που έβγαζε τον είχε συγκινήσει πολύ περισσότερο από το μωρό που δεν είχε ούτε ένα λαμπάκι. Μάλιστα, μετά από μερικές βόλτες επάνω – κάτω, ο Τόμπι έπαψε πια να έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για το μωρό και το μόνο που έκανε κάθε φορά που το γουόκι έκανε θόρυβο και αναβόσβηνε τα λαμπάκια του, αυτός κουνούσε την ουρά του. Προφανώς, είχε βγάλει το συμπέρασμα του για τη σχέση γουόκι – μωρού: Το γουόκι έκανε τους θορύβους και το μωρό τους αναμετέδιδε.

Και τότε συνέβη το μοιραίο: ΤΟ ΜΩΡΟ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΚΛΑΜΑΤΑ!!!

Παναγία μου!

Η φωνή του μωρού, πέρασε από κλειστές πόρτες, ντουβάρια, κουρτίνες και παντζούρια και υπερκάλυψε το γουόκι και ακούστηκε πεντακάθαρα σε όλη τη γειτονιά.

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»

Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, ο Βασίλης, η Χριστίνα, η Μαίρη, η Δήμητρα και ο Τόμπι είχαν πεταχτεί όρθιοι και έτρεχαν προς το δωμάτιο. Η αγωνία είχε εκτιναχθεί κατακόρυφα. Άραγε θα προλαβαίνανε; Απομείναμε στο μπαλκόνι ο Χανς, η θεία, εγώ και φυσικά το γουόκι που μας έκανε και την αναμετάδοση.

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» έκλαιγε το μωρό
«ΒΑΣΙΛΗ, ΤΟ ΜΩΡΟ ΚΛΑΙΕΙ!!!» άκουσα τη φωνή της Χριστίνας.
«Εντάξει μωρό μου, μην κάνεις έτσι!» είπε ο Βασίλης
«Πρέπει να το αλλάξουμε!» είπε η Μαίρη
«Κάτω Τόμπι! Άσ’ το πόδι μου! ΚΑΤΩ!» είπε η Δήμητρα

«ΟΥ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ» έκανε το μωρό
«ΠΡΟΣΕΧΕ ΠΩΣ ΤΟ ΠΙΑΝΕΙΣ!!!» είπε η Χριστίνα
«Ξέρω, ξέρω!» είπε ο Βασίλης

Και μετά το κλάμα μαλάκωσε, οι φωνές απομακρυνθήκανε, το γουόκι ηρέμισε, μέχρι που οι θόρυβοι σβήσανε εντελώς. Απέμεινε μόνο ο ήχος από τα τριζόνια και η βραδινή δροσιά να μας χαϊδεύει τα μαλλιά.

Ακολούθησαν έτσι μερικά δευτερόλεπτα ηρεμίας, μέχρι που η θεία αποφάσισε να κοινωνικοποιηθεί:
«Λοιπόν... Ο κύριος είναι ξένος, ε;»
«Μμμμ, ναι...» είπα εγώ αφηρημένα
«Μπράβο, μπράβο!» είπε η θεία και του χαμογέλασε.

Ο Χάνς χαμογέλασε κι αυτός στη θεία.
«Και πόσο χρονών είναι;» είπε η θεία
«Εεε, δεν ξέρω...» είπα την αλήθεια
«Μα, ρωτήστε τον!» είπε η θεία χαρούμενα. Την κοίταξα για λίγο και μετά γύρισα στον Χανς και του είπα:
«Χάου ολντ αρ γιού;»
«Τουέντι φάιβ» μου είπε ο Χανς
«Εικοσιπέντε» είπα εγώ στη θεία. Η θεία με κοίταξε για λίγο απορημένη.
«Τι εικοσιπέντε;» είπε τελικά.
«Εεεε... εικοσιπέντε χρονών!» είπα
«Τι εικοσιπέντε χρονών;» είπε η θεία
«Ο Χάνς!» είπα εγώ
«Το χάν’ς;» είπε η θεία. «Τι χάν’ς;» και έκανε να σηκωθεί για να ψάξει.
«Όχι , ΟΧΙ!!!» είπα εγώ μαγεμένος από την ικανότητα της θείας να πιάνει μηδέν εκατό σε κλάσματα του δευτερολέπτου. «Ο Χάνς είναι ο κύριος» εξήγησα.
«Α!» είπε η θεία. «Χάν’ς τον κύριο. Κατάλαβα» κατέληξε και ξανακάθισε ήρεμη στην καρέκλα της


«Σι ιζ δε άντ οφ Κριστίνα, γιές;» ρώτησε ο Χάνς
«Γιές» είπα εγώ
«Φρομ δε σάϊντ οφ δε μάδερ ορ δε φάδερ;» είπε ο Χανς
«Ουάν μίνιτ» είπα εγώ και γύρισα στη θεία. «Ο Χάνς ρωτάει εάν είστε αδερφή της μητέρας της Χριστίνας ή του πατέρα της».
«Ναι, ναι...» είπε η θεία και χαμογέλασε.
«Γουάτ σι σέϊντ;» είπε ο Χάνς
«Σι σέϊντ γιές» είπα εγώ
«Γιές γουάτ;» είπε ο Χάνς
«Ουάν μίνιτ» είπα εγώ και γύρισα προς τη θεία.
«Είστε αδερφή της μητέρας της Χριστίνας;» τη ρώτησα. Η θεία έσμιξε τα φρύδια της.
«Αδερφή.... της μητέρας... της Χριστίνας...» επανέλαβε αργά στον εαυτό της
«Γουάτ;» είπε ο Χανς
«Γουέϊτ» είπα εγώ. «Σι ιζ λόαντινγκ»
Γύρισα στην θεία και της είπα: «Λοιπόν;»
«Λοιπόν τι;» είπε η θεία.

Την κοίταξα για λίγο και μετά γύρισα στον Χανς και είπα:
«Φρομ δε σάϊντ οφ δε μάδερ...»
«Α, ρίλι!» είπε ο Χανς. «Σο, γιού αρ φρομ Πελοπόννησος!»
«Πελοπόννησος!» είπε η θεία χαρούμενη
«Αϊ γουόντ το γκόου δέαρ! Ντου γιου νόου α πλέις κόλντ ‘Πέτρα’;» είπε ο Χανς
«Πέτρα!» είπε η θεία ακόμα πιο χαρούμενη. «Ναι, έχω!» πρόσθεσε και του έδειξε το νεφρό της. «Παίρνω κάτι χάπια για να φύγει...»
«Γουάτ;» με ρώτησε ο Χανς. Τον κοίταξα για λίγο.
«Σι νόους ιτ» του είπα στο τέλος
«Ρίλι;» είπε ο Χανς χαρούμενος.
«Τι είπε;» είπε η θεία
«Έχει κι αυτός πέτρα» της είπα
«Τόσο νέος;» είπε η θεία. «Πόσο χρονών είναι;» ρώτησε
«Χάου λογνκ ιζ ιτ μπάϊ καρ;» ρώτησε ο Χανς
«Τι είπε;» ρώτησε η θεία
«Εικοσιπέντε» της είπα
«Τι εικοσιπέντε;» μου είπε
«Γουάτ σι σέϊντ;» είπε ο Χανς
«Τού χάντρεντ» είπα στον Χάνς
«Τι εικοσιπέντε;» είπε η θεία
«Πέτρες» είπα στη θεία
«Ρίλι;» είπε ο Χανς. «Όνλι του χάντρεντ;». Γύρισα και τον κοίταξα.
«Νο, νο» του είπα. «Θρί χάντρεντ»
«Α...» είπε ο Χανς και ηρέμισε κάπως
«Κρίμα και είναι τόσο νέος...» είπε η θεία. «Πόσο χρονών είναι;»
«Εμένα με συγχωρείτε!» είπα και σηκώθηκα απότομα. «Εξκιούζ μι! Πρέπει να πάω τουαλέτα. Τόϊλετ!» είπα και έκανα να φύγω.
«Έτσι είναι άμα έχεις πέτρα...» είπε η θεία και μου χαμογέλασε ευγενικά.

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια...

Θανάσημος

Τετάρτη, Αυγούστου 20, 2008

Η Γέννα (11ο Μέρος)

Κουράγιο γενναίοι μου! Η νίκη είναι κοντά! Για όσους δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάω, παρακαλώ ξεκινήστε την ανάγωνση από εδώ. Υπενθυμίζω επίσης και τα νησιά Μπαρμπέϊντος, για να μην ξεχνιόμαστε...

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Η Χριστίνα γεννάει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Εν τω μεταξύ, σκάει μύτη και η νονά με τον Χανς, τον γκόμενο από τη Δανία...

Να σας πω ότι σήμερα έχω ταξίδι οπότε δεν έμενε πολύ χρόνος για γράψιμο! Το επόμενο επεισόδιο (ΙΣΩΣ το τελευταίο...) θα αναρτηθεί ΜΕΘΑΥΡΙΟ. Μέχρι τότε, κύριες και κύριοι, παρακαλώ υποδεχθείτε... Δε Γκόντμαδερ...

---------------------------------------------------------------------

Η Δήμητρα και ο Χανς ανήκουν κι αυτοί στη φυλή των ανθρώπων που «παίζουν κομπιούτερ». Εκεί γνωρίστηκαν. Στα λιβάδια. Ήταν μια βροχερή ημέρα, όταν η Δήμητρα ξεκοίλιασε τον Χανς.

«Μπατ γουάϊ;» την ρώτησε έκπληκτος ο Χανς καθώς αιμορραγούσε.
«Μπικόουζ γιου αρ γουιθ δι άδερς!» του απάντησε η Δήμητρα σκουπίζοντας το σπαθί της απ’ το αίμα.
«Όου, νόου!» είπε ο Χανς. «Αϊ αμ γουιθ γιου!»
«ΡΙΛΙ;;;» είπε η Δήμητρα
«Ρίλι...» είπε ο Χανς και μετά πέθανε.

Την Δήμητρα την πιάσανε οι τύψεις. «Όου, αϊ εμ σο σόρι! Σόου σόρι!!!» έλεγε πάνω απ’ το νεκρό πτώμα του Χανς.
«Μι του!» έλεγε ο Χανς. «Μι του...»

Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια σε αυτή τη ζωή: Ο παρηγορών, γαμεί.

Η αρχή αυτή διέπει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Ακόμα και τις ψηφιακές. Η Δήμητρα, έχοντας νιώσει μέχρι τα βάθη της ψυχής της τις τύψεις του φόνου που διέπραξε, είχε άμεση ανάγκη από παρηγοριά. Ο Χανς, νεκρός όπως ήτανε, είχε τουλάχιστον κανένα τέταρτο μέχρι να αναστηθεί. Κι έτσι, με φόντο ένα μεσαιωνικό κάστρο και σε πρώτο πλάνο τον νεκρό Χριστιανό πολεμιστή να παρηγορεί την νεαρή αμαζόνα δολοφόνο του, ξεκίνησε η μεγάλη πορεία της Δήμητρας προς την εξιλέωση και του Χανς προς την Ελλάδα...

Ο Χάνς στην πραγματική του ζωή ήταν ιππότης. Τις υπόλοιπες ώρες εργαζότανε παρτ-τάιμ ως ελεγκτής εισιτηρίων σε υπεραστικά λεωφορεία στη Δανία. Από αυτή του την εργασία, έβγαζε δύο χιλιάδες ευρώ καθαρά τον μήνα.

Αμερικανοί επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι ο εγκέφαλος συνηθίζει να προσπερνάει πληροφορίες που του είναι τελείως ξένες. Έτσι, χρειάζεται επανάληψη και τονισμός των καινοτόμων στοιχείων εκ μέρους του πομπού, προκειμένου ο δέκτης να τα συνειδητοποιήσει πλήρως και να τα χωνέψει ως δεδομένα. Αλλιώς περνάνε στο ντούκου. Ως εκ τούτου, επαναλαμβάνω τα βασικά σημεία της παραπάνω παραγράφου:

ΠΑΡΤ ΤΑΪΜ. Ελεγκτής εισιτηρίων. Λεωφορεία. Δύο χιλιάδες. Ευρώ. Καθαρά. Το μήνα.

Ήρθε λοιπόν το παλικάρι στην Ελλάδα, υποθέτοντας ότι αφού η χώρα είναι στην Ευρώπη, δεν μπορεί, κάτι ανάλογο θα συμβαίνει κι εδώ. Η Δήμητρα, στην οποία εν τω μεταξύ είχε στείλει κάτι φωτογραφίες του, τον διαβεβαίωνε ότι έτσι είναι.

«Γκρις ιζ ΒΕΡΥ ντιβέλοπντ!» του έλεγε με κάθε ευκαιρία. «Πάρανταϊζ!»
Δεδομένου ότι η Δήμητρα το πρώτο πράγμα που έκανε όταν τον γνώρισε ήταν να τον σκοτώσει, ο Χανς πολύ λογικά έκρινε ότι αυτή η γυναίκα είναι άξια εμπιστοσύνης. Έτσι λοιπόν, παραιτήθηκε απ’ τη δουλειά του και ήρθε να ζήσει στην Ελλάδα...

«Άϊ γουόντ του φάϊντ ε τζόμπ» μου έλεγε στο μαιευτήριο
«Δις ιζ νοτ βερι ντιφικαλτ» του έλεγα εγώ. «Ντου γιού όλσο γουόντ το γκετ πέϊντ;»
«Οφ κόρς!» μου έλεγε
«Δις ιζ ε μπιτ μορ ντίφικαλτ» προσπαθούσα μαλακά να τον εισάγω στην Ελληνική πραγματικότητα...

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια...

Θανάσημος

Τρίτη, Αυγούστου 19, 2008

Η Γέννα (10ο Μέρος)

Άλλη μια συνέχεια στο έπος της Γέννας! Για όσους δεν ξέρετε για τι πράγμα μιλάω, μπορείτε να ξεκινήσετε από εδώ. Εάν βαριέστε να διαβάσετε την ιστορία από την αρχή (εσείς χάνετε!), σας έχω ετοιμάσει μια...

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Η Χριστίνα γεννάει μια μπέμπα που όλοι την βρίσκουν πολύ γλυκιά εκτός από την μάνα της. Εν τω μεταξύ, το νοσοκομείο κρύβει κι άλλες εκπλήξεις...

----------------------------------------------------------------------

Κάθε φορά που μια γυναίκα μένει έγκυος, υπάρχουν τρεις μεγάλες αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν: Πρώτον, η γυναίκα πρέπει να αποφασίσει εάν θα κρατήσει το μωρό ή όχι. Μετά ο άντρας πρέπει να αποφασίσει εάν θα αγοράσει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για Βραζιλία ή όχι. Και τέλος, οι δύο γονείς θα πρέπει να αποφασίσουν για το όνομα του παιδιού.

Στην περίπτωση του Βασίλη και της Χριστίνας, και οι τρεις αυτές αποφάσεις λήφθηκαν άμεσα και χωρίς καθυστερήσεις: Ναι, Όχι, Παναγιώτα.

«Παναγιώτα;;;» είπα στην Χριστίνα όταν μου το ανακοίνωσε στο τηλέφωνο. «Και γιατί όχι Παναήτα;»
«Άι στο διάολο ρε βλάκα» μου εξήγησε η Χριστίνα και το θέμα έμεινε εκεί.

Μετά από ένα τέτοιο εντυπωσιακό σερί γρήγορων αποφάσεων, ένας παρατηρητής που δεν ξέρει καλά την Χριστίνα, θα πίστευε ότι και οι υπόλοιπες κρίσιμες αποφάσεις θα ληφθούν εξίσου γρήγορα και ανέμελα. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους όμως, που ξέρουμε τη Χριστίνα εδώ και χρόνια, γνωρίζουμε ότι η επόμενη σούπερ εμπλοκή μπορεί να προκύψει ανά πάσα στιγμή, έτσι, ξαφνικά κι ανέμελα. Χωρίς πρόγραμμα που έλεγε και η Ρεζάν. Αυτός είναι νομίζω κι ένας από τους κύριους λόγους που την αγαπώ τόσο πολύ: η Χριστίνα δεν ζει απλώς τον σουρεαλισμό. Τον παράγει.

Εκείνη την ημέρα, είχαμε πάει όλοι μαζί στο ληξιαρχείο που βρίσκονταν μέσα στο μαιευτήριο, για να δηλώσουν η Χριστίνα και ο Βασίλης την γέννηση της μικρής. Το ‘ληξιαρχείο’ δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν πάγκο, προέκταση της γραμματείας του νοσοκομείου. Πίσω από τον γκισέ καθόταν μια μεσήλικη υπάλληλος η οποία και έδωσε στο ζευγάρι μια φόρμα για να συμπληρώσουν. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που εντελώς ξαφνικά και χωρίς καμία προειδοποίηση, όπως ακριβώς μας έχει συνηθίσει δηλαδή, η Χριστίνα εκδηλώθηκε:

«Λοιπόν, πως θα την πούμε τη μπέμπα;» είπε και γύρισε προς τον Βασίλη
«Το ‘παμε αυτό!» είπε έκπληκτος ο Βασίλης. «Παναγιώτα!»
«Παναγιώτα;;;» έκανα μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας. «Και γιατί όχι Παναήτα;» επανέλαβα το αστείο μου γιατί άπαξ και πω μια φορά κάτι που μου αρέσει, μετά το επαναλαμβάνω επ’ άπειρον, μέχρι να σταματήσουν όλοι να μου κάνουν παρέα.
«Σιγά μην την πούνε και Ήτα – Βήτα» μου αντιγύρισε η Μαίρη.
«Ήτα – Βήτα;;;» ακούστηκε η θεία από πίσω μας. «Κάτι μου θυμίζει αυτό...»
«Εννοώ το επώνυμο!» είπε η Χριστίνα που έβλεπε τη συζήτηση να ξεφεύγει. «Τι επώνυμο θα πάρει η μικρή;»
«Εεεε... νομίζω ότι είπαμε να πάρει το δικό μου...» είπε δειλά ο Βασίλης. «Εκτός εάν άλλαξες γνώμη, οπότε...» βιάστηκε να προσθέσει.
«Όχι, όχι! Το δικό σου να πάρει!» τον έκοψε η Χριστίνα. «Αλλά, πως θα την γράψουμε στα χαρτιά; Παλασανίδου ή Παλασανίδη;»
«Αααα, ξέρω!» είπε η θεία από πίσω. Γυρίσαμε όλοι και την κοιτάξαμε έκπληκτοι.
«Τι ξέρεις;» είπε η Χριστίνα.
«Αυτός δεν ήταν που έτρωγε τους γλόμπους;» είπε χαρούμενη η θεία.
«Ποιος;» είπε η Χριστίνα
«Ο Ήτα – Βήτα!» είπε η θεία.
«Θεία, για τη μικρή μιλάμε τώρα!» την μάλωσε η Χριστίνα.
«Α!» είπε η θεία.
«Να την πούμε Παλασανίδου;» είπε ο Βασίλης, προσπαθώντας να συνεχίσει τη συζήτηση από εκεί που είχε μείνει.
«Και γιατί να την πούμε Παλασανίδου;» είπε η Χριστίνα.
«Ε τότε να την πούμε Παλασανίδη» είπε συμβιβαστικά ο Βασίλης
«Βρε παιδί μου, το Παλασανίδη είναι πιο πόντιο...» είπε η Χριστίνα
«Μα, τρωει γλόμπους η μικρή;» παρενέβη η θεία.
«Για όνομα του Θεού!» είπε η Χριστίνα
«Πάντως ένα πόντιο γονίδιο το έχει...» είπα εγώ
«Μήπως μπορείτε να αποφασίσετε λίγο σύντομα;» είπε η υπάλληλος του ληξιαρχείου.
«Προσπαθούμε κυρία μου!» την έκοψε η Χριστίνα. «Είναι πολύ σημαντική απόφαση!»
«Κοιτάξτε! Δεν πάει άλλο αυτή η ιστορία!» είπε η υπάλληλος. «Θα γράψω Παλασανίδου!»
«ΌΧΙ!!!» είπε η Χριστίνα.
«ΟΚ λοιπόν!» είπε η υπάλληλος. «Παλασανίδη!»
«ΌΧΙ!!!» είπε η Χριστίνα.
«ΤΙ ΟΧΙ;;;» έβαλε τις φωνές η υπάλληλος. «Δεν υπάρχει άλλη επιλογή!!!»
«Υπάρχει!» είπα εγώ. «Μπορείτε να την πείτε σκέτο ‘Παλάς’! Όπως το Μακεδονία Παλλάς» εξήγησα. «Αυτή θα είναι η Παναγιώτα Παλάς!»
«Συγνώμη, εσείς ποιος είστε;» μου είπε η υπάλληλος εμφανώς εκνευρισμένη.
«Ο Νίμιτς!» της είπα και έκανα δύο βήματα προς τα πίσω για να αφήσω απόσταση ασφαλείας.


«Γεια σας παιδιά!» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος του διαδρόμου. Γυρίσαμε όλοι μας και είδαμε την Δήμητρα να πλησιάζει με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, παρέα με έναν ψηλό ξανθό, γαλανομάτη.
«Α, η νονά!» είπε ο Βασίλης. «Επάνω στην ώρα ήρθες!»
Η Δήμητρα κοίταξε τη Χριστίνα και της είπε: «Σου έφερα μια γλάστρα!»
«Γιατί;» είπε η Χριστίνα
«Ε, πως;» εξήγησε η Δήμητρα και της έδωσε τη γλάστρα.
«Χάι!» είπε ο Βασίλης στον ξανθό. «Ιτς Χανς, γιές;»
«Γιές!» είπε ο Χάνς.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησα με τρόπο.
«Ο γκόμενος της Δήμητρας!» μου ψιθύρισε η Μαίρη. «Δανός!»
«Χανς, γουάτ ντου γιου θίνκ;» του είπα. «Παλασανίδου ορ Παλασανίδη;»
«Σόρυ;» είπε ο Χανς
«Ντοντ πέι ατένσιον του χιμ» είπε η Χριστίνα. «Χι ιζ ε λοστ κέις»
«Αχ καλέ δεν καταλαβαίνω τίποτα!» είπε η θεία
«Ο κύριος είναι Δανός!» εξήγησε η Χριστίνα
«Α, Δαναός!» είπε η θεία και χαμογέλασε. «Κατάλαβα»
«Τι κάνουμε εδώ;» ρώτησε η Δήμητρα
«Αποφασίζουμε για το επώνυμο της Παναγιώτας» είπα. «Τι άλλο;»
«ΕΔΩ;;;» γούρλωσε τα μάτια της η Δήμητρα. «Στη μέση του διαδρόμου;»
«Γιατί στην άκρη είναι καλύτερα;» είπα εγώ
«Συγνώμη!» είπε η υπάλληλος. «Τι θα γίνει μ’ εμένα;»
«Εσείς ποια είσθε;» ρώτησε η θεία.
«Η Μερόπη» είπε η υπάλληλος ειρωνικά.
«Μερόπη, Μερόπη...» έσμιξε τα φρύδια της η θεία.
«Μας συγχωρείτε για την καθυστέρηση...» είπε στην υπάλληλο ο Βασίλης. «Είμαστε λίγο αναποφάσιστοι...» κατέληξε απολογητικά.
«Τρίτο κόμμα στην Ελλάδα...» εξήγησα εγώ. «Η κυρία είναι η πρόεδρος» είπα κι έδειξα τη Χριστίνα
«Συγνώμη!» είπε στη Χριστίνα η υπάλληλος που φαινότανε αποφασισμένη να τελειώνει με αυτή την κατάσταση. «Εσείς, ποιο όνομα χρησιμοποιείτε; Παλασανίδου ή Παλασανίδη;»
«Εγώ;» είπε με απορία η Χριστίνα.
«Δεν είμαστε παντρεμένοι...» εξήγησε ο Βασίλης
«Δεν είστε παντρεμένοι;;;» είπε έκπληκτη η υπάλληλος.
«Όχι...» είπε ο Βασίλης
«Ε, τότε δεν γίνεται!» είπε θριαμβευτικά η υπάλληλος.
«Τι δεν γίνεται;» είπε η Χριστίνα και γούρλωσε τα μάτια της
«Πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει το παιδί ο πατέρας!» είπε η υπάλληλος και έγειρε αναπαυτικά πίσω στην πολυθρόνα της.
«Ε, γι’ αυτό είμαστε εδώ!» είπε ο Βασίλης
«Μα δεν γίνεται εδώ αυτό το πράγμα κύριε μου!» είπε η υπάλληλος. «Εδώ είναι το ληξιαρχείο!»
«Λογικό» είπα εγώ.
«Και που γίνεται;» ρώτησε η Χριστίνα που είχε αρχίσει να τσαντίζεται. «Στη ΔΕΗ;»
«Σε συμβολαιογραφείο!» είπε η υπάλληλος.
«Και που θα βρούμε συμβολαιογραφείο εδώ;» είπε ο Βασίλης
«Δεν θα βρείτε!» αναφώνησε χαρούμενα η υπάλληλος που είχε αρχίσει να νιώθει πολύ καλύτερα. «Πρέπει να πάτε έξω από το νοσοκομείο και μετά να ξαναέρθετε εδώ με το χαρτί!» κατέληξε και σταύρωσε τα χέρια της γεμάτη ικανοποίηση.

Ακολούθησε μια σιωπή μερικών δευτερολέπτων όπου όλοι μας προσπαθούσαμε να χωνέψουμε το μέγεθος της νέας πληροφορίας, εκτός από τον Χανς που δεν είχε καταλάβει τίποτα και κοιτούσε την υπάλληλο χαμογελώντας της ευγενικά. Και τότε ήταν που ακούστηκε μια χαρούμενη φωνή από πίσω μας:

«Αχ θυμήθηκα! Η Μερόπη! Καλέ εσύ δεν πέθανες πέρσι;»

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια...

Θανάσημος

Δευτέρα, Αυγούστου 18, 2008

Η Γέννα (9ο Μέρος)

Η ιστορία αυτή αρχίζει από εδώ και (υποπτεύομαι ότι) όπου να 'ναι τελειώνει! Για τους ανυπόμονους υπάρχουν πάντα και τα νησιά Μπαρμπέϊντος. Και για όσους βαριούνται να διαβάσουν τα προηγούμενα...

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού. Όλα πηγαίνουν καλά και εμείς περιμένουμε στην αίθουσα αναμονής για να δούμε τη Χριστίνα και τη μπέμπα...

--------------------------------------------------------------------

Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο διαπιστώνω ότι υπάρχουν πολλές δουλειές που μπορούν να σε κάνουν εκατομμυριούχο. Όλες μάλιστα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: δεν χρειάζονται πτυχίο πανεπιστημίου.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη δουλειά του μπαλονά. Αυτός είναι ένας τύπος που κάθεται σε μια καρέκλα μπροστά στο ανθοπωλείο ενός μαιευτηρίου και φουσκώνει μπαλόνια. Τα μπαλόνια μπορεί να είναι μπλε και να γράφουν «Its a boy!» ή μπορεί να είναι ροζ και να γράφουν «Its a girl!». Ο δικός σου ο ρόλος είναι να αγοράσεις ένα τέτοιο μπαλόνι και να το χαρίσεις στην γυναίκα που μόλις γέννησε για να το κρεμάσει επάνω απ’ το κρεβάτι της. Έτσι, την γλιτώνεις από τον κόπο να πρέπει να ενημερώσει έναν – έναν τους Άγγλους συγγενείς της για το φύλο του παιδιού.

Υπάρχουν δύο μεγέθη μπαλονιών: το μικρό, που είναι όσο ένα κανονικό μπαλόνι και το μεγάλο που έχει διάμετρο ογδόντα εκατοστών.

Είναι εύκολο να βρεις τον μπαλονά: ακολουθείς την ουρά αναμονής.

«Πόσο κάνει το μεγάλο;» ρώτησα τον τύπο που φούσκωνε τα μπαλόνια.
«Ογδόντα ευρώ» μου είπε.
«Εεεε, δεν εννοώ το κοντέινερ» είπα αμήχανα. «Εννοώ το μπαλόνι. Το ένα!» πρόσθεσα για να μην υπάρξει ξανά παρεξήγηση.
«Ογδόντα ευρώ είπαμε!» είπε ο τύπος που φάνηκε να τσαντίζεται.

Έκανα μεταβολή και έφυγα αποσβολωμένος. Μιλάμε ότι ο τύπος έχει την πιο ακριβή εκπνοή του κόσμου!

Η εμπειρία μου με τα μπαλόνια με ενέπνευσε κι έτσι, ενώ περίμενα καθιστός δίπλα στη θεία να μεταφέρουν την Χριστίνα στο δωμάτιο της, διατύπωσα την θεωρία των Άχρηστων Δώρων: Για κάποιον ακατανόητο λόγο, όταν γεννάει μια γυναίκα, όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι πιστεύουν ότι της χρειάζεται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα αντικείμενα:

1) Ένα κουτί με γλυκά
2) Μια γλάστρα με εξωτικά φυτά
3) Ένα μπαλόνι

Στην πραγματικότητα βέβαια, η γυναίκα χρειάζεται

1) σουπίτσα με λεμόνι
2) διακοπές σε ένα μέρος με εξωτικά φυτά
3) απομπαλονοποίηση

Όλα αυτά μου φαινόντουσαν πολύ λογικά, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι η πρακτική εφαρμογή αυτής της θεωρίας προφανώς απαιτούσε να μπω στο δωμάτιο της Χριστίνας και να της πω:
«Γεια σου φιλενάδα! Σου έφερα λίγο σουπίτσα!»
«Κι εγώ ένα λεμόνι!» θα έλεγε η Μαίρη από δίπλα.

Σε αυτό το σημείο φαντάστηκα ολόκληρο τον θάλαμο, κομπλέ, με τους συγγενείς των υπολοίπων κρεβατιών, τις μητέρες, τους πατέρες, ακόμα και τα νεογέννητα, να γυρίζουν όλοι μαζί και να μας κοιτάνε καλά – καλά, μια εμάς, μια τη σουπίτσα, μια το λεμόνι και μια τη Χριστίνα με ένα βλέμμα ανάμικτης απορίας και οίκτου.

Ήταν εκείνη τη μαγική στιγμή που ξαφνικά όλα ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου και συνέλαβα μονομιάς τα θεμέλια του καπιταλισμού.
«Νομίζω ότι πρέπει να της πάρουμε γλυκά...» είπα τελικά.
«Συμφωνώ» είπε η θεία.

Υπάρχουν πολλοί νόμοι σε αυτή τη ζωή. Ένας απ’ αυτούς είναι ο νόμος της σχέσης Εισοδήματος – Κρεβατιών. Ο νόμος αυτός λεει ότι «Ο αριθμός των κρεβατιών στο θάλαμο σου είναι αντιστρόφως ανάλογος του μισθού σου». Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι εάν μείνεις σε θάλαμο με λίγα κρεβάτια θα σου δώσουν ένα μεγάλο μισθό.

Ο θάλαμος της Χριστίνας είχε τέσσερα κρεβάτια, πράγμα που δεν θα ήταν ιδιαίτερα κακό, εάν το κάθε κρεβάτι δεν ερχόταν πακέτο με το δικό του μπαλόνι, τις δικές του γλάστρες με εξωτικά φυτά και το δικό του λεωφορείο συγγενών. Το να βρεις τη Χριστίνα μέσα στο πλήθος ήταν από μόνο του μια δοκιμασία.

«Αχ, καλέ κοίτα τι γλυκό που είναι!» άκουγες μια άγνωστη φωνή από αριστερά
«Γούτσι, γούτσι, γούτσι!» άκουγες μια άλλη από δεξιά
«Χα, χα, χαααα. Καλέ με κατούρησε!» έλεγε κάποιος άλλος στο βάθος
«Λοιπόν αυτό μοιάζει εκατό τις εκατό του μπαμπά!» έλεγε μια πεθερά παραδίπλα
«Καλέ τι λες! Είναι ίδιο η μαμά!» έλεγε η συμπεθέρα
«Ααααααααααααααααα!!!» τσίριζε το μωρό επιβεβαιώνοντας ότι κατά πάσα πιθανότητα έμοιαζε στις πεθερές.

Στο βάθος του θαλάμου ήταν η Χριστίνα. Την πλησιάσαμε αργά – αργά με τη Μαίρη. Φαινόταν μια χαρά!

«Πως είσαι;» της είπα
«Ε λοιπόν παιδιά, δεν ήταν τίποτα!» είπε. «Πανεύκολο!»
«Σου φέραμε λίγα γλυκά!» της είπα
«Τι να τα κάνω;» μου είπε.
«Βαλ’ τα εδώ στο κομοδίνο, να σε εμποδίζουν» της είπα και τα ακούμπησα.
«Αχ καλέ τι γλυκιά που είναι!» είπε η Μαίρη κοιτάζοντας το μωρό
«Νομίζεις;» είπε η Χριστίνα. «Εμένα μου φαίνεται λίγο άσχημη»
«Ε, τι περίμενες; Κόρη σου είναι!» είπα εγώ για να εισπράξω μια ακόμα αγκωνιά απ’ τη Μαίρη στην πλούσια συλλογή μου.

«Συγνώμη, δικιά σας είναι η κυρία;» ακούσαμε ξαφνικά μια άσχετη φωνή από πίσω μας. Γυρίσαμε και είδαμε τη διπλανή μητέρα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, να μας κοιτάει ερωτηματικά. Διπλά της, στο καροτσάκι του ήταν το μωρό της και σκυμμένη από επάνω του, σαν τον χάρο, ήταν η θεία που του χάϊδευε το κεφαλάκι.

«Αχ ναι! Συγνώμη!» είπα και έπιασα απαλά τη θεία απ’ το χέρι. «Από εδώ, θεία! Αυτό είναι καλύτερο!» της είπα και της έδειξα το μωρό της Χριστίνας. Η θεία γύρισε αργά, κοίταξε το μωρό που της έδειχνα με απορία, μετά γούρλωσε τα μάτια της και αναφώνησε χαρούμενη: «Αχ καλέ, δίδυμα!»

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια!

Θανάσημος

Παρασκευή, Αυγούστου 15, 2008

Η Γέννα (8ο Μέρος)

Η ιστορία αυτή ξεκινάει από εδώ. Επίσης, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι σήμερα είναι μια ιστορική ημέρα: Γεννήθηκε η μητέρα τους Σωτήρα. Χρόνια πολλά λοιπόν σε όλες τις Παναγίες!

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού, ο οποίος μόλις μπήκε μέσα στον προθάλαμο του χειρουργίου για να ετοιμάσει τη Χριστίνα για τη γέννα της μικρής η οποία μας δίνει τη δικιά της εκδοχή για τα γεγονότα...

-----------------------------------------------------------------

Την ημέρα που θα με βγάζανε ήμουν πολύ θυμωμένη: Η Χριστίνα με είχε πει «βλαμμένη». Και όχι μόνο αυτό αλλά επέμενε κι ‘όλας! «Θα βγει βλαμμένο το παιδί Βασίλη, θα δεις!» έλεγε λίγες ώρες πριν τη μεγάλη έξοδο στον Βασίλη που ως γνωστόν όταν συμφωνεί μαζί της, κάνει εκείνον τον θόρυβο που νομίζω πως τον λένε «ροχαλητό».

Δεν μου άρεσε καθόλου που θα με βγάζανε με το ζόρι. Πιστεύω ότι είμαι αρκετά έξυπνη για να αποφασίσω από μόνη μου εάν θέλω να βγω. Και το έχω αποφασίσει: Δεν θέλω. Κατά την άποψη μου, πρόκειται για πολύ σωστή απόφαση. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι που ζούνε στον έξω κόσμο δεν με σέβονται καθόλου. Ούτε καν τη γνώμη μου δεν ρωτάνε να μάθουνε. Έτσι λοιπόν κι εγώ κατέληξα ότι μόλις με βγάλουνε, θα πάρω τον σωλήνα μου και θα φύγω! Θα πάω να γίνω Πάλαντιν.

Την ημέρα που θα γινότανε η μεγάλη έξοδος, η Χριστίνα ήταν μεσ’ τα νεύρα.

«Δεν θέλω να γεννήσω!» έλεγε και ξαναέλεγε.
«Ούτε ‘γω!» έλεγα κι εγώ από μέσα.
«Μην ανησυχείτε κυρία μου! Όλα θα πάνε καλά!» έλεγε μια φωνή που δεν είχα ξανακούσει
«Άκου την νοσοκόμα!» Έλεγε ο Βασίλης. «Ξέρει καλύτερα!»

«ΞΕΡΑΔΙΑ ΞΕΡΕΙ!!!» έλεγε η Χριστίνα. Α, η Χριστίνα ήταν φοβερή! Ήμουνα πολύ περήφανη γι’ αυτήν. Τέτοιος χαρακτήρας! Τέτοια αποφασιστικότητα! Τέτοιο σθένος! Η Χριστίνα τα έβαζε με όλους. Ήταν ατρόμητη.

Παρ’ όλα αυτά η μάχη ήταν χαμένη πριν καν ξεκινήσει. Αυτός ο προδότης ο Βασίλης την κρατούσε με τα ίδια του τα χέρια για να μπορέσουν να της κάνουν την «ένεση». Δεν ξέρω τι είναι η ένεση αλλά σίγουρα είναι το χειρότερο πράγμα του κόσμου γιατί δεν έχω ξανακούσει ποτέ κανέναν να φωνάζει τόσο πολύ.

Τελικά, μας βάλανε μέσα στο χειρουργείο. Άκουγα διάφορους θορύβους από ‘δω κι από ‘κει και διάφορες συγκεχυμένες συνομιλίες, ενώ κατά καιρούς άκουγα και την Χριστίνα να φωνάζει για βοήθεια. Τη λυπόμουνα αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα από εκεί που ήμουνα κι έτσι αποφάσισα να παραμείνω ήρεμη και να προσπαθήσω να ζήσω τη στιγμή.

Και τότε, συνέβη κάτι το μαγικό: Άνοιξε ο ουρανός στα δύο!

Α-ΠΙ-ΣΤΕ-ΥΤΟ!!!

Το θέαμα ήταν μοναδικό! Μεγαλοπρεπές! Ασύγκριτο!

Ένα υπέροχο γαλαζόλευκο φως με έλουσε και αμέσως κατάλαβα γιατί η Χριστίνα έλεγε ότι η Ελλάδα είναι η χώρα του γαλάζιου και του λευκού! Έμεινα να κοιτάζω μαγεμένη το υπέροχο θέαμα σκεφτόμενη ταυτόχρονα πόσο καλύτερο θα ήτανε εάν βάζανε και μια χορωδία αγγέλων να ψέλνουνε, όταν ξαφνικά μπήκαν μέσα στην κοιλιά μου δύο ΤΕΡΑΣΤΙΑ πράγματα σαν χέρια και με γραπώσανε.

Εάν έπρεπε να συνοψίσω σε μια φράση τι μου συνέβη κατά τη διάρκεια της μεγάλης εξόδου, τότε σίγουρα θα έλεγα ότι την ώρα που γεννιόμουνα είδα όλη μου τη ζωή να περνάει από μπροστά μου.

«Ψυχραιμία!» είπα στον εαυτό μου και αφέθηκα στη μοίρα μου. «Ούτως ή άλλως, άμα πεθάνεις, θα σε αναστήσουνε» μου υπενθύμισα.

Και τότε, επάνω που όλα ήταν μαγικά, επάνω που αναδυόμουν απαλά στον έξω κόσμο και αντίκριζα για πρώτη φορά τους μεγαλοπρεπείς κυκλικούς ήλιους που βγάζουν αυτό το υπέροχο εκτυφλωτικό φως, ακριβώς τη στιγμή που ήταν ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΑ, τότε διάλεξε την ώρα αυτός που με έβγαζε έξω και με ένα ματσούκι που κρατούσε ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΟΝ ΣΩΛΗΝΑ!

ΜΟΥ ΕΚΟΨΕ ΤΟΝ ΣΩΛΗΝΑ!!!

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!!!

Α-ΠΙ-ΣΤΕ-ΥΤΟ!!!

«ΦΕΡΕ ΠΙΣΩ ΤΟ ΣΩΛΗΝΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!» έβαλα τις φωνές αλλά εκείνος, αντί να μου τον δώσει πίσω, μου έδωσε μια σφαλιάρα στην πλάτη και μετά με πάσαρε σε μια άλλη από πίσω και της είπε να με «πλύνει».

Η κατάσταση ήταν ξαφνικά εκτός ελέγχου αλλά η κοπέλα που με «έπλενε» δεν φάνηκε να συγκινείται απ’ τις φωνές μου και το μόνο που έλεγε ήταν «σώπα – σώπα!» και «μην ανησυχείς!»

Άκου! «Μην ανησυχείς!» Μα καλά, μοιάζω για τελείως ηλίθια;;; Αυτοί οι τύποι το δίχως άλλο κάνανε παράνομο εμπόριο οργάνων!

«ΡΕ ΜΟΥ ΠΗΡΑΝ ΤΟΝ ΣΩΛΗΝΑ ΛΕΜΕ!!!» φώναζα με όλη μου τη δύναμη και προσπαθούσα να δω που τον βάλανε για να τον πάρω πίσω μόλις μπορέσω αλλά η νοσοκόμα μου έκρυβε τη θέα με το σώμα της και αφού με τύλιξε σε ένα λευκό πράγμα, με σήκωσε και ξεκίνησε να προχωράει. Στην αρχή δεν είδα που πηγαίναμε γιατί από την τσαντίλα μου με είχαν πάρει τα δάκρυα. Αλλά σιγά - σιγά άρχισα να διακρίνω ένα θέαμα τρομακτικό: Η νοσοκόμα με πήγαινε προς ένα απαίσιο τέρας! Ήταν ξαπλωμένο επάνω σε ένα τραπέζι, με ανοιχτή την κοιλιά και αίματα να τρέχουν από παντού και που άπλωνε τα χέρια του να με γραπώσει.

«ΑΜΑΝ! Ο ΒΑΛ!!!» σκέφτηκα πανικόβλητη.

Πάλεψα με όλες μου τις δυνάμεις, φώναξα, ούρλιαξα, έκλαψα αλλά ο αγώνας ήταν άνισος, η νοσοκόμα ήταν πιο δυνατή και χωρίς καν να ιδρώσει, με έδωσε με άνεση στον Βαλ. Αυτός με πήρε, με κοίταξε, έκανε μια γκριμάτσα και τελικά είπε: «αυτό είναι όλο;».

Πάγωσα από την έκπληξη. Αυτή ήταν η φωνή της Χριστίνας! Απίστευτο!

Αδύνατον!

Η Χριστίνα ήταν ο Βάλ!!!

Ε, αυτό πια δεν το άντεξα και άρχισα να τσιρίζω υστερικά μέχρι που εξαντλήθηκα και με πήρε ο ύπνος.

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια...

Θανάσημος

Πέμπτη, Αυγούστου 14, 2008

Η Γέννα (7ο Μέρος)

Η ιστορία αυτή ξεκινάει από εδώ και δεν τελειώνει ΠΟΤΕ. Το λεω αυτό για να μην έχετε ψευδαισθήσεις...

Περίληψη προηγουμένων: Η φίλη μου η Χριστίνα γεννάει κατακαλόκαιρο και είναι πολύ αγχωμένη. Έτσι, αποφασίζουμε να κατέβουμε με την γυναίκα μου τη Μαίρη στην Αθήνα, για να την υποστηρίξουμε. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνουμε τελικά να φτάσουμε στο μαιευτήριο όπου η Χριστίνα σε λίγο γεννάει. Μαζί μας η θεία της που έχει αλτσχάϊμερ, μια φίλη της θείας και ο Βασίλης, ο πατέρας του παιδιού, ο οποίος μόλις μπήκε μέσα στον προθάλαμο του χειρουργίου για να ετοιμάσει τη Χριστίνα για τη γέννα...

----------------------------------------------------------------

Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη πότε ακριβώς ξεκίνησαν όλα, αλλά το πρώτο πράγμα που θυμάμαι καθαρά είναι εκείνος ο καυγάς.

«Μα είναι δυνατόν ρε Βασίλη να σου τελείωσαν τα βέλη;;;» φώναζε μια γυναίκα

«Ε τι να κάνω ρε Χριστίνα!» απολογούνταν ένας άντρας. «Ήταν πάρα πολλοί αυτοί οι νάνοι...»

Στην αρχή μου άρεσε πολύ μέσα στην κοιλιά. Ήταν ζεστά και απαλά. Είχε τζάμπα φαΐ, τζάμπα στέγη και όταν μαλώνανε αυτοί οι δύο, είχε και τζάμπα διασκέδαση. Δεν ήταν βέβαια όλα ρόδινα. Υπήρχαν και οι στιγμές που εκείνος έπεφτε επάνω στην κοιλιά και κουνιόταν πάνω – κάτω με δύναμη και τρίζανε τα τοιχώματα κι εκείνη φώναζε με μανία, μέχρι που στο τέλος ακουγόταν μια απόκοσμη κραυγή και μετά με πιτσιλούσε εκείνη η κρέμα που κολλάει παντού. Μπλιάχ!

Ένα πράγμα που χαίρομαι άμα βγω από ‘δω μέσα είναι ότι θα γλιτώσω μια για πάντα απ’ αυτή τη κρέμα.

Τις τελευταίες εβδομάδες πάντως, κάτι είχε αλλάξει. Κατ’ αρχήν είχε μικρύνει σημαντικά ο χώρος. Αυτό μου είχε κάνει πολύ εντύπωση γιατί το ίδιο διάστημα, κάθε φορά που έβλεπε κάποιος τη Χριστίνα της έλεγε «πάχυνες!». Που απ' όσο έχω καταλάβει σημαίνει "αυξήθηκες". Έτσι λοιπόν κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Χριστίνα αυξανότανε εις βάρος μου και μου έκλεβε χώρο.

Επιπλέον, για κάποιον ακατανόητο λόγο, γύρισα ανάποδα. Στην αρχή είχε πλάκα, γιατί απ’ αυτή την θέση είχα καλύτερη θέα και μπορούσα να δω καινούργια πράγματα. Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε κάνει θυμάμαι εκείνη η τρύπα με το νερό και τα λευκά τοιχώματα γύρω – γύρω. Αργότερα έμαθα ένα κόλπο και κάθε μια – δυό ώρες πίεζα επάνω σε ένα μαλακό σημείο και τότε η Χριστίνα έλεγε «Όχι ρε γαμώτο! Πάλι κατουριέμαι!» και τρέχαμε ξανά στην λιμνούλα για να της ρίξουμε κι άλλο νερό. Μου άρεσε να βλέπω το νερό και τα λευκά τοιχώματα. Είχε μια γαλήνη που με ηρεμούσε.

Επίσης, από αυτή τη νέα μου θέση κατάφερα να δω και τον Βασίλη μια φορά που είχε βαλθεί να καθαρίσει την έξοδο.

Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό όμως, η κατάσταση αυτή σταμάτησε να μου αρέσει. Πλάκα έχει να γυρίσεις ανάποδα αλλά μετά από λίγο σου μαζεύεται όλο το αίμα στο κεφάλι και σε πιάνει πονοκέφαλος. Και σαν να μην μου έφτανε αυτό, είχα και αυτούς τους δύο να τσακώνονται όλο και περισσότερο γιατί οι μάχες είχαν σκληρύνει και οι αντίπαλοι τους ήταν αμείλικτοι.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η κατάσταση με ανησυχούσε λίγο. Θέλω να πω, αυτοί εκεί έξω δεν φαίνεται να περνάνε και πολύ καλά. Όλο πολεμάνε, σκοτώνονται και μαλώνουνε. Άσε που πρέπει να ψάχνουν μόνοι τους να βρουν το φαΐ τους. Αυτό πολλές φορές με προβλημάτισε. Δηλαδή εκεί έξω δεν έχουν σωλήνα;

Εμένα βέβαια το θέμα του φαγητού δεν με απασχολούσε και πολύ, διότι έχω τον σωλήνα μου κι έτσι θα είμαι μια ζωή εξασφαλισμένη. Με απασχολούσε όμως το θέμα των πολέμων. Δεν ήθελα να βγω σε εμπόλεμη ζώνη κι έτσι, παρ’ ότι πολλές φορές ένοιωσα την επιθυμία να σκουντήξω με τα πόδια μου, να ενώσω τα χέρια μου επάνω απ’ το κεφάλι μου και να βουτήξω μέσα στην λιμνούλα με το νερό και τα κατάλευκα τοιχώματα, τελικά συγκρατήθηκα μέχρι να καταλάβω ότι τελείωσαν οι μάχες.

Κάποια στιγμή, αγχώθηκα πολύ γιατί την Χριστίνα την σκότωσε ο Βάλ! Ήταν χθες νομίζω κι εγώ διασκέδαζα πολύ γιατί είχε έρθει ένας νέος επισκέπτης που έλεγε όλο βλακείες και περνούσαμε πολύ ωραία. Παρακαλούσα η Χριστίνα να καθίσει επάνω του για να τον δω πως είναι αλλά εκείνη δεν το έκανε κι έτσι έμεινα με την απορία. Και τότε είναι που συνέβη το μοιραίο: Η Χριστίνα πέθανε!

Ένοιωσα μεγάλο άγχος και ο πονοκέφαλος μου χειροτέρεψε με τη μια. Πήρα κι έλεγξα τον σωλήνα αλλά εκείνος φαινόταν να λειτουργεί κανονικά, γεγονός που μου έσβησε και τις τελευταίες μου αμφιβολίες: ο σωλήνας ήταν ανεξάρτητος της Χριστίνας.

Τότε όμως η Χριστίνα είπε ότι θα πάει να αναστηθεί και σε δέκα λεπτά θα είναι πάλι Ο.Κ. Έτσι, ησύχασα κι εγώ γιατί είχα ακούσει ότι θα με βγάζανε αύριο με το ζόρι κι εγώ δεν ήθελα να βγω σε έναν κόσμο που θα κινδύνευα να πεθάνω. Αλλά μετά θυμήθηκα πριν από μερικούς μήνες, που είχαμε πάει κάπου που βαράγανε καμπάνες και όλοι ακούγονταν χαρούμενοι και λέγανε μεταξύ τους «Χριστός Ανέστη!» «Χριστός Ανέστη!». Έτσι τα συνδύασα και κατάλαβα ότι οι αναστάσεις είναι κάτι το νορμάλ και το συνηθισμένο στον έξω κόσμο, όπως οι λιμνούλες με τα λευκά τοιχώματα ας πούμε, και ότι όπου να’ ναι θα ακούσουμε καμπάνες και κόσμο πολύ να χαίρεται και να λεει «Χριστίνα Ανέστη!», «Χριστίνα Ανέστη!».

Κάντε κλικ εδώ για τη συνέχεια!

Θανάσημος